ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Με αφορμή το έγκλημα που συγκλονίζει τον τόπο μας τις τελευταίες ημέρες και αφορά την εύρεση πτωμάτων στο Μιτσερό και τα όσα συζητούνται τόσο στα ΜΜΕ, όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου επιθυμεί να εκφράσει την έντονη ανησυχία του σχετικά με την ενημέρωση της οποίας τυγχάνει το κοινό. Ως ΣΨΚ, επιθυμούμε να θέσουμε υπόψη του ευρύτερου κοινού τα πιο κάτω. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι το κείμενο αποσκοπεί στην έγκυρη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ενημέρωση, και όχι στην οποιαδήποτε διάγνωση ή παρουσίαση  του «προφίλ» ενός κατά συρροή δολοφόνου.

1.Μια από τις πρώτες ερωτήσεις σχετικά με τους κατά συρροή δολοφόνους είναι κατά πόσο γεννιούνται ή γίνονται. Είναι δηλαδή ένας κατά συρροή δολοφόνος παράγωγο της φύσης (γενετικοί παράγοντες) ή της ανατροφής του (περιβαλλοντικοί παράγοντες);

Όπως και στα περισσότερα θέματα ψυχικής υγείας, μια εγκληματική πράξη μπορεί να εξηγηθεί από τη συμβολή βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. ΔΕΝ μπορεί να αποδίδεται μεμονωμένα σε γενετικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες. Στη βιβλιογραφία οι εγκληματικές πράξεις ερευνώνται μέσα από την Αντικοινωνική Συμπεριφορά, δηλαδή η συμπεριφορά που παραβιάζει τις κοινωνικές νόρμες ή τα κοινωνικά πρότυπα. Η αντικοινωνική συμπεριφορά φαίνεται να συνδέεται ερευνητικά με βιολογικούς παράγοντες, όπως  δυσλειτουργία σε ψυχοφυσιολογικές αντιδράσεις του σώματος (π.χ., χαμηλότερος καρδιακός παλμός), καθώς και σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου όπως ο προμετωπιαίος λοβός και η αμυγδαλή (Raine και συνεργάτες, 2000). Ταυτόχρονα, έρευνες δείχνουν ότι ψυχολογικά χαρακτηριστικά, όπως η παρορμητικότητα και ο ναρκισσισμός, αλλά και κοινωνικοί παράγοντες, όπως κάποια τραυματική εμπειρία στην παιδική ηλικία, ή χαμηλό κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο συνδέονται με την αντικοινωνική συμπεριφορά (Moffitt, 1993). Αυτό σημαίνει ότι τα άτομα που παρουσιάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά, σε σύγκριση με τα άτομα που δεν παρουσιάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Σημαντικός παράγοντας δε που αυξάνει τις πιθανότητες για ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς στην ενηλικίωση είναι η εμφάνιση έντονης και συνεχής παραβατικής συμπεριφοράς κατά την παιδική και εφηβική ηλικία (Gelhorn και συνεργάτες, 2007).

Ο Daniel Weinberger, Καθηγητής Ψυχιατρικής, Νευρολογίας και Νευροεπιστήμης και Διευθυντής του Lieber Institute for Brain Development του Johns Hopkins University έχει αναφέρει ότι το να κληρονομήσουμε γονίδια με «μικρές δυσλειτουργίες» μας θέτει σε ρίσκο και μας βάζει σε ένα «συγκεκριμένο δρόμο». Αλλά, συνεχίζοντας ο Δρ Weinberger σημειώνει «ΔΕΝ καθορίζουν, τα γονίδια, αν θα καταλήξουμε με κάποια ψυχική ασθένεια. Αυτές οι δυσλειτουργίες ΔΕΝ είναι πεπρωμένο. Περιγράφουν το ρίσκο. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν επίσης ρόλο». Οι ερευνητές στο χώρο της μελέτης της Αντικοινωνικής Συμπεριφοράς συμφωνούν ότι δεν ξέρουμε αρκετά ακόμα για τους γενετικούς παράγοντες ώστε να χρησιμοποιήσουμε ή να προωθήσουμε τη χρήση γενετικού ελέγχου ως μέρος της διάγνωσης της παραβατικής ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς.

2. Το έγκλημα δε συνδέεται πάντα με ψυχική ασθένεια ή ιδιοφυΐες του κακού.

Στην προσπάθεια να γίνει κατανοητή μια αποτρόπαια πράξη, γίνονται συχνά αναφορές στο ότι όλοι οι κατά συρροή δολοφόνοι παρουσιάζουν κάποια ψυχική ασθένεια ψυχωσικής φύσεως (π.χ., Σχιζοφρένεια) ή είναι ιδιοφυίες που θέλουν να κάνουν κακό. Τα πιο πάνω στοιχεία δε φαίνεται να βασίζονται σε ερευνητικά δεδομένα. Στη βιβλιογραφία οι κατά συρροή δολοφονίες προσεγγίζονται κάτω από το πρίσμα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και των ψυχοπαθητικών χαρακτηριστικών (Widom, 1977). Τα ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά αναφέρονται στη χαμηλή ενσυναίσθηση (δηλ. την αδυναμία κατανόησης της οπτικής πλευράς του άλλου) και χαμηλή μεταμέλεια του ατόμου (Babiak & Hare, 2006), πράγμα το οποίο μπορεί να εξηγήσει την επαναλαμβανόμενη εγκληματική πράξη ενός κατά συρροή δολοφόνου χωρίς μεταμέλεια ή ανησυχία για τις νομικές ή άλλες συνέπειες των πράξεών του. Στη βιβλιογραφία, κάποια από τα άτομα με αυτά τα ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά φαίνεται να παρουσιάζουν έλεγχο της συμπεριφοράς τους αντί παρορμητικότητα, να έχουν ανεπτυγμένη πειθώ, οργανωτικές ικανότητες, και ικανότητα για μακροπρόθεσμη σκέψη  (Gao & Raine, 2010), σε σύγκριση με άτομα που δεν παρουσιάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Αυτά τα χαρακτηριστικά εξηγούν τη δεξιότητα των κατά συρροή δολοφόνων να χειραγωγούν, να δημιουργούν πλάνο και να αποφεύγουν τη σύλληψη. Αυτά τα χαρακτηριστικά δύναται να παρουσιαστούν και σε υγιή πληθυσμό που δεν παρουσιάζουν απαραίτητα αρνητικά κοινωνικές συμπεριφορές (Lykken, 1995). Από την άλλη, το «προφίλ» της ιδιοφυΐας του κακού είναι μια εικόνα, ένα στερεότυπο που προωθείται μέσα από το χώρο της ψυχαγωγίας με χαρακτήρες όπως ο Hannibal Lecter στην «Σιωπή των Αμνών» ή του John Doe στην ταινία «Se7en».

3. Η χρήση αυθαίρετων συνδέσεων ή συμπερασμάτων, εφόσον δεν υφίστανται επαρκή στοιχεία ή οι απόψεις που προβάλλονται στηρίζονται σε μεμονωμένα στοιχεία, όπως και η προσπάθεια δημιουργίας «προφίλ» ενός κατά συρροή δολοφόνου είναι προβληματική.

Η πιο πάνω πράξη επί της ουσίας στιγματίζει και δύναται να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Δεν είναι όλοι οι κατά συρροή δολοφόνοι άντρες, δεν είναι όλοι λευκοί, δεν είναι όλοι «κλειστοί χαρακτήρες που δεν εκφράζονται». Η επιστήμη της Ψυχολογίας έχει παραθέσει διαχρονικά ερευνητικά και κλινικά ευρήματα που υποδεικνύουν την ύπαρξη ίδιων παραγόντων που οδηγούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις και έχουν διαφορετικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, δύο άτομα, τα οποία στο παρελθόν είχαν κακοποιηθεί σωματικά από το γονέα τους μπορεί να αναπτύξουν διαφορετικές συμπεριφορές λόγω άλλων προστατευτικών παραγόντων (π.χ., η προσωπική τους ανθεκτικότητα και το υποστηρικτικό δίκτυο). Δηλαδή, η ύπαρξη ατόμου με αντικοινωνική συμπεριφορά μέσα σε μια οικογένεια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι και οι συγγενείς των ατόμων αυτών θα παρουσιάσουν τις ίδιες συμπεριφορές. Παράλληλα, η προβολή των όποιων «προφίλ» μπορεί να οδηγήσει σε εκτόξευση λανθασμένων κατηγοριών, σε αχρείαστη και υπερβολικά υπερευαίσθητη αντίδραση του κοινού σε οποιονδήποτε φαινομενικά ταιριάζει στο εν λόγω «προφίλ», καθώς και σε στιγματισμό και απομόνωση ή εξοστρακισμό συνανθρώπων μας που αντιθέτως χρειάζονται τη στήριξη μας.  

Με αφορμή αυτό το συμβάν, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή όλων μας σε μερικές από τις πραγματικές ανάγκες που υπάρχουν:

  1. Πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας. Το Παρατηρητήριο για τη Βία στο Σχολείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού έχει δημιουργήσει πρόσφατα πολιτική σχετικά με τη βία και την παραβατικότητα στο σχολικό πλαίσιο που αφορά σε ανάπτυξη, υιοθέτηση και εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών για την αντιμετώπιση του φαινομένου μέσω συνεργασιών με ΜΚΟ και άλλους κοινωνικούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένου και του ΣΨΚ. Η επιτυχία της πολιτικής έγκειται στην πολυθεματική και αποτελεσματική συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων και όχι μόνο.
  2. Πρόληψη του στιγματισμού και περιθωριοποίησης ατόμων που έχουν ανάγκη την ψυχοκοινωνική στήριξη. Προώθηση δραστηριοτήτων για μείωση του κοινωνικού στιγματισμού ατόμων με ψυχικές ασθένειες και ενδυνάμωση των προγραμμάτων στήριξης και αποτελεσματικής κοινωνικής ένταξης τους.
  3. Πρόληψη μέσω έγκαιρης και έγκυρης ενημέρωσης στους κινδύνους που παρατηρούνται στο διαδίκτυο, ακόμη και για τους ενήλικες.  Επέκταση και ευρύτερη υιοθέτηση και εφαρμογή υφιστάμενων προγραμμάτων (π.χ., προγράμματος CYTA για ενημέρωση των κινδύνων στο διαδίκτυο), καθώς και άλλων προγραμμάτων.
  4. Προγράμματα εκπαίδευσης επαγγελματιών αμέσα εμπλεκόμενων φορέων σε θέματα κοινωνικής ενσωμάτωσης, στιγματισμού, και ευαισθητοποίησης. Τέτοια προγράμματα εφαρμόζονται και στο εξωτερικό με σχετική επιτυχία και αποτελούν μέρος ευρύτερης πολιτικής των εν λόγω σωμάτων σε θέματα διαχείρισης καταγγελιών.

Τα πιο πάνω αποτελούν μόνο ένα μέρος του «παζλ» για επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων που αφορούν και σχετίζονται με το πρόσφατο συμβάν. Για την υλοποίηση αυτών και άλλων πρωτοβουλιών χρειάζεται πολιτική και κοινωνική βούληση, καθώς και χρηματοδότηση.

Παράλληλα, θα θέλαμε να ενθαρρύνουμε τα ΜΜΕ να ακολουθήσουν τη γραμμή της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. Εγκυκλίου 10/2019) σχετικά με την κάλυψη θεμάτων που αφορούν τις υπό διερεύνηση δολοφονίες γυναικών, εφόσον αν και η ενημέρωση του κοινού είναι σημαντική, κρίνεται απαραίτητη η προσοχή στην υπερβολική προβολή πληροφοριών που μπορεί να προκαλέσουν έντονη ανησυχία και δυσφορία στο κοινό, αχρείαστες κοινωνικές συνέπειες για άτομα άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενα με την υπόθεση, και πιθανή παραπληροφόρηση. Προς αυτή την κατεύθυνση, υπενθυμίζεται και ενθαρρύνεται η παρότρυνση από το Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων για συμμετοχή σε συζητήσεις ειδικών, οι οποίοι να είναι Εγγεγραμμένοι Ψυχολόγοι στα μητρώα που τηρεί το ΣΕΨ, ή ακαδημαϊκοί με σχετικό υπόβαθρο και ερευνητική εμπειρία.    

Συνοπτικά:

  1. Δεν ταυτίζουμε χαρακτηριστικά προσωπικότητας με εγκληματική συμπεριφορά.
  2. Δεν μπορούμε να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για το συγκεκριμένο περιστατικό, εάν δεν εξεταστεί ενδελεχώς από κατάλληλα καταρτισμένους ειδικούς ψυχικής υγείας, λόγω της ύπαρξης σημαντικών διαφορών κατά περίπτωση και της συμβολής ποικίλων παραγόντων στην έκφραση εγκληματικής συμπεριφοράς.
  3. Η ταύτιση της παρουσίασης εγκληματικής συμπεριφοράς με την ταυτόχρονη ύπαρξη ψυχικής ασθένειας, μόνο σε περαιτέρω στιγματισμό συνανθρώπων μας μπορεί να οδηγήσει.           

Τέλος ανακοίνωσης.