Ο Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου λαμβάνει μέρος στις συζητήσεις της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών της Βουλής των Αντιπροσώπων σχετικά με τη Γονική Αποξένωση – Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς που βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι ως προς την επικοινωνία με τα παιδιά τους (Αρ. Φακέλου: 23.04.034.123-2017). Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου, έχει καταθέσει τις πιο κάτω εισηγήσεις:

Συγχαίρουμε την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για αυτή τη σημαντική πρωτοβουλία, δεδομένης της επιτακτικής ανάγκηςώστε η θεραπεία σχετικά με το φαινόμενο της γονικής αποξένωσης, που αναπόφευκτα προκύπτει στις περιπτώσεις προβλημάτων επικοινωνίας Παιδιού – Γονέα του οποίου οι γονείς είναι σε διάσταση ή διαζευγνυόμενοι, πρέπει να  είναι άμεση,  και  αποτελεσματική, και δεν είναι δυνατή χωρίς υποστήριξη των δικαστηρίων. Μόνο το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει και να διασφάλιση τη συμμόρφωση σε Δικαστικά Διατάγματα Γονικής Μέριμνας, ως θεματοφύλακας των συμφερόντων του παιδιού, καθότι οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι ψυχολόγοι που αναλαβαίνουν τέτοιες υποθέσεις χωρίς δικαστική υποστήριξη δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας. Ο Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου παρευρίσκεται σε όλες τις συνεδρίες για το συγκεκριμένο θέμα και παρακολουθεί τις εξελίξεις, συνεπώς θα τοποθετηθούμε συσσωρευτικά για όσα έχουν συζητηθεί. Οι πιο κάτω αναφορές γίνονται με σκοπό και γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του επηρεαζόμενου παιδιού.

Γενικά σχόλια:

  • Θεωρούμε σημαντική την επίσημη θέση της Επίτροπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αναφορικά με τον ρολό των Δικαστηριων και κρατικών υπηρεσιών σε περιπτώσεις προβλημάτων επικοινωνίας Παιδιού – Γονέα του οποίου οι γονείς είναι σε διάσταση ή διαζευγνυόμενοι. Βλεπε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ.  Ο χρόνος είναι ίσως η σημαντικότερη παράμετρος για διασφάλιση συμφερόντων του παιδιού και αποτροπή ψυχολογικής κακοποίησης γιατί όσο πιο μακροχρόνια η χρονική καθυστέρηση εκδίκασης υποθέσεων παρακοής ή/και λήψης μέτρων συμμόρφωσης, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος βραχυπρόθεσμης και μακρόχρονης βλάβης στο παιδί που παραμένει με τον αποξενωτικό γονέα.
  • Επίσης απαραίτητη είναι η  διασαφήνιση των υποστηρικτικών ρολών της κάθε υπηρεσίας ώστε να καταστεί λειτουργική η παροχή υπηρεσιών και να προστατεύουν τις ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες που εμπλέκονται σε τέτοια ζητήματα.
  • Επιπρόσθετα, σε χώρες όπου είναι εδραιωμένες οι υπηρεσίες διαχείρισης ζητημάτων όπως η γονική αποξένωση, παρατηρείται ότι οι όποιες παρεμβάσεις και υπηρεσίες αλληλοσυμπληρώνουν η μια την άλλη και συνδέονται άμεσα. Η προσέγγιση η οποία αναφέρεται ως αποδεδειγμένη είναι δια-υπηρεσιακή, δια-τμηματική, διεπιστημονική και έχει εφαρμοστεί στο Σπίτι του Παιδιού και θα εφαρμοστεί και στο νεοσύστατο σπίτι της γυναίκας.
  • Στην συγκεκριμένη περίπτωση ειδική αναφορά πρέπει να γίνει ότι η αστυνομία διαδραματίζει ουσιαστικό ρολό στη διαχείριση περιπτώσεων γονικής αποξένωσης. Σε προηγούμενες συναντήσεις ενώπιων σας αναφέρθηκε ότι αρκετές φορές οι πολίτες προβαίνουν  σε καταγγελίας χωρίς την απαραίτητη ή έγκαιρη ανταπόκριση. Η έλλειψη της αναγκαίας ανταπόκρισης αποτρέπει τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος προνοίας να παρέχει αποτελεσματικά και άμεσα τις απαιτούμενες θεραπείες οπού χρειάζεται.
  • Η θεσμοθέτηση ενός ουσιαστικού προστατευτικού πλαισίου ως προς την νομολογία, που να διασφαλίζει την ποιότητα των υπηρεσιών θεραπείας και αποκατάστασης της σχέσης με τον γονέα σε όλους βάσει διεθνών κριτηρίων, επιβάλλεται.
  • Η χρήστη διοίκηση συμβάλλει στην δημιουργία κοινωνίας προνοίας και δίκαιου οπόταν η αποσαφήνιση του ότι υπάρχει στην νομολογία αλλά δεν εφαρμόζεται αποδήμει την εμπιστοσύνη του πολίτη προς το κράτος, αλλά και τα θεμελιώδη δικαιώματα πρωτίστως του παιδιού αλλά και τα θεμελιώδη ανθρωπινά δικαιώματα του γονέα που αβάσιμα και παράνομα στερείτε το παιδί του.

Επιπρόσθετα, θα θέλαμε να θέσουμε υπόψη σας τα εξής:

Αστυνομία
Υφίσταται εγκύκλιος σχετικά με το θέμα που αναφέρει:-

Η σημασία της παροχής συμβολής από μέρους της Αστυνομίας προς τη συμμόρφωση με Δικαστικά Διατάγματα είναι αυτόδηλη και τονίζεται σε ειδική εγκύκλιο, ημερομηνίας 9 Οκτωβρίου 2017 (υπογράφεται από Ανώτερο Αξιωματικό) στην οποία, μεταξύ άλλων, τονίζονται τα εξής: «Θεωρείται εκ προοιμίου δεδομένο ότι, η εφαρμογή της σχετικής Δικαστικής απόφασης είναι προς όφελος των επηρεαζόμενων παιδιών, των οποίων η θέση και το συμφέρον λήφθηκε υπόψη από το Οικογενειακό Δικαστήριο κατά τη έκδοση της απόφασης. Σημειώνεται δε σε αριθμό περιπτώσεων το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφαση με τη σύμφωνο γνώμη των δύο διαδίκων (συνήθως γονέων). Ως εκ τούτου, δεν νοείται πράξεις ή παραλείψεις μελών μας να θέτουν υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της προστακτικής απόφασης ή/ και να συμβάλλουν στη δημιουργία ή συνέχιση κλίματος ανοχής ή Ανυπακοή». (βλ. παράρτημα).

Επομένως, αν και θεωρείται αυτονόητο, συστήνεται να λαμβάνεται υπόψη και είναι σημαντικό να επισημανθεί ο περί Αστυνομίας Νόμος του 2004, ειδικότερα το άρθρο 6 όπου αναφέρεται ότι:

«6. Η Αστυνομία ασκεί τις εξουσίες της σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης, τη διαφύλαξη της ειρήνης, την πρόληψη και εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη και δίωξη των παρανομούντων».

Στις περιπτώσεις όπου ο ένας εκ των δυο γονέων του ανήλικου παιδιού παραβιάζει δικαστικά διατάγματα σε τακτική βάση και που καταγγέλλεται στην Αστυνομία, η Αστυνομία πρέπει να ενεργεί  σύμφωνα με το Νόμο και την πιο πάνω αναφερόμενη εγκύκλιο.

Όταν δε η παραβίαση του Δικαστικού Διατάγματος Γονικής Μέριμνας είναι ακραία, συνεχιζόμενη και εκτείνεται αβάσιμα σε βάθος χρόνου, η οποία αναπόφευκτα εκκολάπτει την παρανομία και εκ του αποτελέσματος διαιωνίζει την απώλεια του ενός γονέα από την ζωή του παιδιού, του οποίου το συμφέρον προφανώς δεν εξυπηρετείται,  η αστυνομική παρέμβαση επιβάλλεται.  Ταυτόχρονα πέρα από την παραβίαση του Δικαστικού Διατάγματος, παραβιάζονται και θεμελιώδη ανθρωπινά δικαιώματα τόσο του γονέα όσο και του παιδιού. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 2 και 6 της Ευρωπαϊκή Συνθήκη Δικαιωμάτων  του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), άρθρο 15 παρ. 1 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ με το οποίο προστατεύεται το θεμελιώδες δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και κατ’ επέκταση το δικαίωμα επικοινωνίας γονέων με τα παιδιά τους καθώς και το     Άρθρο 24 (3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν τα δικαιώματα του παιδιού να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απευθείας επαφές με τους γονείς του καθώς και το Άρθρο 17 Α του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/1990) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 190(Ι)/2002. 

Δικαστήριο
Στις μέχρι τώρα συζητήσεις με ομότιτλο θεμα έχουν γίνει επανειλημμένα αναφορές σε ζητήματα που αφορούν στο οικογενειακό δικαστήριο και τα σχετικά διατάγματα.

Οι αποφάσεις οικογενειακών δικαστηρίων πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρων του ανήλικου και των γονέων που είναι σχετικές με την άσκηση της γονικής μέριμνας (Rosen, 2013).

Ως συμφέρον του παιδιού εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδος συμφέρον. Το συμφέρον του ανηλίκου αποτελεί μια έννοια γενική και είναι καθήκον του εκάστοτε δικαστή να το εξειδικεύσει και να το προστατεύσει.

Το δικαστήριο είναι κάτ’ εξοχήν εξουσία που δύναται να διασφαλίσει το συμφέρον του παιδιού, ενώ όταν παραβιάζονται διατάγματα γονικής μέριμνας και επικοινωνίας δύναται να ορίσει την ανάλογη θεραπεία(βλ παράρτημα).

Σχετικά πρόσφατες δημοσιεύσεις επιβεβαιώνουν κλονισμό της αξιοπιστίας του δικαστικού συστήματος

  • Σε πρόσφατη συνέντευξη στο FORBES (Αύγουστος 2019), ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αναφέρει ότι  ‘Η κατάσταση έχει φτάσει πλέον στο απροχώρητο με τον ισχυρό κλονισμό της αξιοπιστίας του δικαστικού συστήματος, κυρίως λόγω των τεράστιων καθυστερήσεων στην εκδίκαση υποθέσεων’. Επίσης ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μύρων Νικολάτος, αναφέρει  ‘ η αχίλλειος πτέρνα του δικαστικού μας συστήματος οι απαράδεκτες καθυστερήσεις μέχρι και 6 χρόνια ‘

Προς αυτή την κατεύθυνση υφίστανται σωρεία δικαστικών αποφάσεων που διασαφηνίζουν και διασφαλίζουν τα ως άνω (βλ. Παράρτημα -ενδεικτική βιβλιογραφία).

Εισηγήσεις
Σύντομη εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν παρακοή ώστε να διασφαλίζεται ότι το παιδί διατηρεί σχέσεις και με τους δυο γονείς εφόσον έτσι αποφασίστηκε από την έκδοση διατάγματος.

  1. Να υπάρχει σαφήνεια στο διάταγμα ώστε να μην παρερμηνεύτε ο διατακτικός του χαρακτήρας
  2. Να εντάσσονται σε βαθμίδες υψηλού κίνδυνου οι εκθέσεις ειδικών όπως οι ΥΚΕ, ΥΨΥ, Επίτροπος Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, κα – και να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι εισηγήσεις εμπειρογνώμων (Darnall, 2011).
  3. Όταν  υπάρχει παρακοή διατάγματος, να λαμβάνονται άμεσα δραστικά μετρά συμμόρφωσης,  είτε αφορούν την διασύνδεση με τις ανάλογες υπηρεσίες
  4. Αποτρεπτικές ποινές, ακόμα και σε περίπτωση καταδίκης
  5. Αποσαφήνισή ρολών της κάθε υπηρεσίας και υιοθέτηση διατμηματικής, πολυθεματικης προσέγγισης.

Στο παράρτημα παρουσιάζονται ενδεικτικά σχετικές αποφάσεις.

Παράρτημα:
Στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, που αφορά επικοινωνία γονέα-παιδιού:

Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427):
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1).  Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν απομιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.». Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι έγιναν αναφορές στην συγκεκριμένη επιτροπή σε περιπτώσεις παρακοής διατάγματος διατροφής όπου εκδίδεται φυλακτήριο στο γονέα που το παρακούει και όχι σε περιπτώσεις που παραβιάζεται δικαστικό διάταγμα γονικής μέριμνας και επικοινωνίας οπόταν τίθεται το σημαντικό ερώτημα της εναπόθεσης στην ύλη παρά στην ψυχική υγεία του παιδιού και η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία. Σημειώνεται δε σε αριθμό περιπτώσεων το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφαση με τη σύμφωνο γνώμη των δύο διαδίκων (συνήθως γονέων). Ως εκ τούτου, δεν νοείται πράξεις ή παραλείψεις μελών μας να θέτουν υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της προστακτικής απόφασης ή/ και να συμβάλλουν στη δημιουργία ή συνέχιση κλίματος ανοχής ή Ανυπακοή».

Η επίσημη θέση της Επίτροπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αναφορικά με τον ρολό των κρατικών υπηρεσιών σε περιπτώσεις προβλημάτων επικοινωνίας Παιδιού – Γονέα του οποίου οι γονείς είναι σε διάσταση ή διαζευγνυόμενοι, Αποτελέσματα Διερεύνησης Παραπόνων, Ιούλιος 2012,  και η οποία είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα της Επίτροπου (www.childcom.org.cy) υπό τον τίτλο «Διαπιστώσεις-Συμπεράσματα» αναφέρει ότι:

«διαπιστώθηκε ότι, σε υποθέσεις Γονικής Μέριμνας και, ειδικότερα σε αυτές που αφορούν περιπτώσεις όπου το παιδί στερείται το δικαίωμα διατήρησης προσωπικής σχέσης και άμεσης επαφής με έναν από τους δύο γονείς, συμπεριλαμβανομένης και της με επιβλεπόμενη επικοινωνία, οι διαδικασίες που εφαρμόζονται, τόσο από μέρους των εμπλεκομένων Κρατικών Υπηρεσιών όσο και από τα Δικαστήρια, καταλήγουν να είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες. Αυτό, σε συνάρτηση με τον περιορισμένο και/ή ανεπαρκή ρόλο των Κρατικών Υπηρεσιών, έχει ως αποτέλεσμα, οι ίδιες οι Κρατικές Υπηρεσίες να πλήττουν το συμφέρον του παιδιού, επεκτείνοντας και παρατείνοντας την απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα στο παιδί και τον γονέα του και τη συναισθηματική βία που υφίσταται το παιδί και, παράλληλα, αποθαρρύνοντας και ταλαιπωρώντας τους γονείς που αποτείνονται στις Αρμόδιες Υπηρεσίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όσο μεγαλύτερο διάστημα παραμένει το παιδί με τον ένα γονέα, τόσο περισσότερο αυτό θα αντισταθεί να μετακινηθεί στον άλλο γονέα». (Τονισμός)

Συγκεκριμένα, στην εν λόγω Έκθεση γίνεται και αναφορά στο Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης (Parental Alienation Syndrome), το οποίο αναγνωρίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2002,  που είναι διαταραχή κατά την οποία το παιδί υιοθετεί την υποτίμηση και την αρνητική κριτική για τον αποξενωμένο του γονέα,  η οποία είναι αδικαιολόγητη ή/ και υπερβολική και η οποία προέρχεται από τον αποξενωτικό γονέα. Αποτελεί μορφή άσκησης συναισθηματικής βίας προς το παιδί, η οποία συνδέεται:

  • συχνά με ψευδείς κατηγορίες ενάντια στον άλλο γονέα με σκοπό τη διακοπή επικοινωνίας του γονέα μαζί του,
  • το Σύνδρομο της Στοκχόλμης (Stockholm Syndrome), κατά το οποίο τα παιδιά λειτουργούν ως «όμηροι» φοβούμενοι τον αποξενωτικό γονέα (alienating parent) τον οποίο υπακούουν για λόγους επιβίωσης και,
  • με πτυχές του Συνδρόμου Ψευδών Αναμνήσεων (False Memory Syndrome) κατά το οποίο το παιδί δημιουργεί ασυνείδητα ψευδείς αναμνήσεις για τον αποξενωμένο γονέα (alienating parent). (Τονισμός δικός μας)

Βιβλιογραφία:
Rosen, J. (2013). The child’s attorney and the alienated child: approaches to resolving the ethical dilemma of diminished capacity. Family Court Review, 51(2), 330–343.
Darnall, D. (2011). The psychosocial treatment of parental alienation. Child and Adolescent Psychiatric Clinics of North America, 20(3), 479–494, doi:10.1016/j.chc.2011.03.006.